Thursday, 25 June 2009

Πέθανε άραγε ο καπιταλισμός; - Παραφράζοντας τον Churchill...



Ακόμα κι αυτήν την στιγμή, θα υπάρχει κάποιος οικονομικός σχολιαστής εκεί έξω που θα γράφει μια βαρυσήμαντη ανάλυση για το περιβόητο «τέλος του καπιταλισμού». Αναμφισβήτητα, τους τελευταίους 15 μήνες –από τότε δηλαδή που έσκασε η πρώτη βόμβα μεγατόνων με τα μαντάτα για την επενδυτική τράπεζα Bear Sterns- είναι αναρίθμητες οι φωνές, ειδικών και μη, που σπεύδουν, άλλοι ως πανηγυρίζοντες ρεμβασιστές κι άλλοι ως απλοί μάντεις των καιρών, να ενταφιάσουν το καπιταλιστικό σύστημα. Μάλιστα ορισμένοι, όπως ο νομπελίστας Joseph Stiglitz, προχωρούν κι ένα βήμα παραπέρα, τονίζοντας ότι εξ’αιτίας της κρίσης δεν έχασε την αξιοπιστία του μόνο το καπιταλιστικό σύστημα, αλλά κι η γενέτειρα χώρα του, οι Η.Π.Α.!!


Είναι αλήθεια πως δεν είναι η πρώτη φορά που αναγγέλεται με τυμπανοκρουσίες το τέλος του καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης. Παρόμοιοι «επιτάφιοι ύμνοι» έχουν ψαλλεί σε ουκ ολίγες παλαιότερες περιπτώσεις κρίσεων, όπως το χρηματιστηριακό κραχ του 1987 κι η ασιατική κρίση στα τέλη των 90ς. Και παρ’ολο που μπορεί πολλοί να αντιτείνουν οτί η σημερινή κρίση είναι πολλαπλάσιας επικινδυνότητας, αξίζει να αναρωτηθεί κανείς, πώς είναι δυνατόν να λησμονούνται τα τεράστια άλματα προόδου των παγκόσμιων κοινωνιών, ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες. Με την εφαρμογή ποίου δηλαδή οικονομικού συστήματος επετεύχθει η πρωτοφανής ανάπτυξη χωρών όπως η Κίνα, η Ινδία κι η Βραζιλία, καθώς κι η επιτυχημένη έξοδος των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης από το κομμουνιστικό έρεβος; Υπό την παντοκρατορία ποίου οικονομικού μοντέλου εξήλθαν από τα όρια της φτώχειας 400 εκ. άνθρωποι μόνο στην Ασία κι η άνοδος του μέσου παγκοσμίου εισοδήματος την τελευταία πενταετία ήταν η μεγαλύτερη όλων των εποχών ξεπερνώντας το 3%;


Γεγονός αποτελεί οτι αν κάποιος ξεπεράσει τις οποιεσδήποτε ιδεολογικές αγκιλώσεις, θα οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι τα αίτια της οικονομικής κρίσης είναι αρκετά, είναι πολύπλοκα, αλλά δεν έχουν να κάνουν με το καπιταλιστικό σύστημα αυτό καθ’αυτό. Πρώτιστα, η κρίση δεν έχει να κάνει με το οικονομικό σύστημα, αλλά με το χρηματοπιστωτικό. Όπως έχει παρατηρηθεί και σε παρελθούσες περιπτώσεις, σε καιρούς ευφορίας, υψηλής ανάπτυξης και τεχνολογικών καινοτομιών, το σύστημα σταδιακά οδηγείται σε φαινόμενα εύκολου χρήματος κι ακόμα πιο εύκολων πιστώσεων. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, τα μοιραία λάθη ήταν οτί, από την μία η υπερβολική επανάπαυση των υπευθύνων (βλ. τον επί 15ετίας πρόεδρο της FΕD, Alan Greenspan) κι η επιμονή στην χαλαρή νομισματική πολιτική (χαμηλό βασικό επιτόκιο), και από την άλλη η άγνοια πολλών παικτών του συστήματος για τις πραγματικές «δυνατότητες» των ρηξικέλευθων χρηματοοικονομικών εργαλείων τους (κάτι που ο David Brooks των NY Times χαρακτήρισε ως «ηλιθιότητα»), οδήγησαν στην υπερβολική μεγένθυση της δημιουργηθείσας φούσκας, με άμεσο αποτέλεσμα την γιγάντωση των συνεπειών από το αναπόφευκτο σκάσιμό της.


Αναμφίβολα, μεγάλο είναι και το μερίδιο της κυβερνητικής ευθύνης. Χαρακτηριστικά, στην περίπτωση των Η.Π.Α., η ρίζα του προβλήματος υπήρξε η φούσκα στην αγορά ακινήτων. Και σε αυτήν την περίπτωση, είναι αναντίρρητο το γεγονός ότι η προώθηση των υπερβολικά εύκολων στεγαστικών δανείων με προγράμματα του στυλ «ίσες ευκαιρίες στην στέγαση για όλους», υπήρξε βασική πρωτεραιότητα τόσο της κυβέρνησης Clinton όσο και αυτής του Bush. Κι οι δύο με στόχο προφανή μικροκομματικά οφέλη, ωθούσαν τις ελεγχόμενες από το Κογκρέσο Fannie Mae και Freddie Mac σε ανεξέλεγκτες δανειοδοτήσεις χωρίς ουσιαστικά αντικρύσματα. Κι ακόμα κι όταν οι φούσκες έσκασαν, η βίαιη κρατική παρέμβαση, υπό την μορφή της σωτηρίας της Bear Sterns, ήταν αυτή που οδήγησε στα χειρότερα – στις φθινοπωρινές καταρρεύσεις των Lehman Brothers και AIG.


Πέρα από τους δύο προαναφερθέντες παράγοντες, αν κανείς εμβαθύνει μπορεί να αντιληφθεί κι επιπρόσθετα στοιχεία που ενίσχυσαν τον δριμύ χαρακτήρα της παρούσας κρίσης. Ζώντας πλέον σε μία παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, βιώνουμε και την πρώτη παγκοσμιοποιημένη κρίση στην ιστορία. Παρ’όλο που η γενέτειρα του προβλήματος ήταν οι Η.Π.Α., η διάδοση του έγινε αστραπιαία κι υπάρχουν χώρες στις οποίες το πέρασμά της θα αφήσει εντονότερα κατάλοιπα. Αυτό συμβαίνει διότι η παγκοσμιοποιημένη οικονομία δεν έχει την στήριξη των αντίστοιχων κι απολύτως αναγκαίων πλέον παγκοσμιοποιημένων πολιτικών δομών και θεσμών, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν σε περίοδο κρίσης, φράγματα τα οποία θα συγκρατούσαν την ορμή της. Παράλληλα, δεν είναι λίγοι οι αναλυτές που υποδεικνύουν κι έναν άλλο παράγοντα που έπαιξε τον δικό του ξεχωριστό ρόλο. Αφήνοντας στην άκρη τις λαικίστικες ηθικολογίες, παρατηρεί κανείς ότι ο τρόπος δομής και λειτουργίας των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών έχει αναγάγει την διαπλοκή, σε όλες τις μορφές της, σε απολύτως νομιμοποιημένο, αν όχι επικροτούμενο, φαινόμενο. Κι ακριβώς εδώ έρχεται να μπει ο σημαίνοντας ρόλος της ατομικής ευθύνης των πολιτών, καθώς αυτήν την νομιμοποίηση την προσφέρουμε όλοι μας –είτε με τις πράξεις, είτε με την ανοχή μας.


Όσο πιο πολύ εμβαθύνει κανείς, ιδιαίτερα σε κοινωνιολογικά φαινόμενα όπως το τελευταίο, τόσο περισσότερα αίτια δύναται να ανακαλύψει. Αυτό που θέλω όμως να τονιστεί, είναι ότι ο καπιταλισμός είναι ένα οικονομικό σύστημα που χαρακτηρίζεται από μία ενδογενή δυναμικότητα, η οποία αναπόφευκτα και διαχρονικά οδηγεί σε κρίσεις. Ένας από τους μεγαλύτερους οικονομολόγους του περασμένου αιώνα, ο Joseph Schumpeter, τόνιζε ότι η πρόοδος που επιτυγχάνεται με τον καπιταλισμό, τείνει από ένα σημείο και μετά να λαμβάνεται ως δεδομένη, με άμεση συνέπεια φαινόμενα υπερεκτιμήσεων κι άγνοιας κινδύνου τα οποία περιγράφησαν πιο πάνω. Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του συστήματος και ταυτόχρονα δείγμα της δυναμικής του, είναι η περίφημη «δημιουργική καταστροφή» (creative destruction). Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός οτι στις Η.Π.Α. ακόμα και σε χρονιές φρενήρους ανάπτυξης, υπάρχει ένα ποσοστό θέσεων εργασίας της τάξης του 15% που χάνεται!! Είναι πραγματικά εντυπωσιακό το πόσο μαεστρικά ανακατανέμονται αυτές οι θέσεις από το ίδιο το σύστημα.


Ακόμα και τα πλέον φιλελεύθερα μέσα παγκοσμίως –όπως ο βρετανικός Economist-, παραδέχονται ότι το σύστημα έχει κάποιες φανερές αδυναμίες, οι οποίες πρέπει να διορθωθούν, έτσι ώστε να επανέλθει στην φυσιολογική του λειτουργία. Σε αυτήν που οδήγησε την ανθρωπότητα σε πρωτοφανή πρόοδο, ψήγματα της οποίας παρουσιάστηκαν στο παρόν άρθρο. Είναι λοιπόν προφανές, ότι για άλλη μια φορά ορισμένοι δογματιστές βιάστηκαν να θριαμβολογήσουν. Το κακό όμως είναι ότι ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης, όπως ορθότατα παρατηρεί ο νομπελίστας Paul Krugman, το τελευταίο που χρείαζεται είναι η αγκίλωση στην απολυτότητα πολιτικοοικονομικών δογμάτων. Η διέξοδος σε αυτές τις περιπτώσεις επέρχεται μέσω του ρεαλισμού και των πολιτικών σύνθεσης. Μέσω τέτοιων πολιτικών θα γίνουν οι απαραίτητες αλλαγές για να διορθωθούν τα κακώς κείμενα και να αφήσουν οι κοινωνίες την κρίση πίσω τους.


Ο καπιταλισμός, με την σύγχρονη μορφή του, είναι σαν ένα αυτοκίνητο τελευταίας τεχνολογίας που όσο πάει γίνεται και ταχύτερο. Στην πορεία αυτή, για διάφορους λόγους, χάθηκε ο έλεγχος του με συνέπεια ένα πολύ σοβαρό ατύχημα για το οποίο όλοι μετανιώνουμε. Το ότι συνέβη όμως αυτό το ατύχημα, δεν σημαίνει ότι θα ρίξουμε τις ευθύνες στο αυτοκίνητο, θα ζητήσουμε από τον μηχανικό να μην ασχοληθεί με τις ζημιές και θα πάμε την άλλη μέρα να αγοράσουμε πατίνι!! Παραφράζοντας τον Winston Churchill, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο καπιταλισμός είναι αναμφίβολα το χειρότερο οικονομικό σύστημα –αν εξαιρέσουμε όλα τα υπόλοιπα...

Friday, 15 May 2009

Ο βρετανικός "προοδευτικός συντηρητισμός" κι η ελληνική αποιδεολογικοποίηση



Η βρετανική πολιτική σκηνή, μαζί με άλλους τομείς της συγκεκριμένης κοινωνίας, διακρινόταν παραδοσιακά για την ιδιοτυπία της. Κατά αυτόν τον τρόπο, ενώ κατά την δεκαετία του ‘80 είχαμε στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης την άνοδο σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στην εξουσία, στην Αγγλία είχαμε την γέννηση του Θατσερισμού και την απόλυτη κυριαρχία των συντηρητικών Tories. Ετσι, κι ενώ περί τα μέσα της δεκαετίας του ‘90 άρχιζε η ανάκαμψη της ευρωπαικής κεντροδεξιάς, στην Γηραιά Αλβιώνα θριάμβευε ο «τρίτος δρόμος» της σοσιαλδημοκρατίας, με πνευματικό πατέρα του τον Giddens και μπροστάρη τον Blair. Τα παραπάνω δεν υποννοούν καμία απολύτως ντετερμινιστική προσέγγιση, απλά είναι αδύνατον να διαφύγουν της προσοχής όποιου παρακολουθεί τον τελευταίο κυρίως χρόνο την αλματώδη άνοδο των υπό τον David Cameron βρετανών Συντηρητικών, εν μέσω μίας σημαντικής παγκόσμιας στροφής των κοινωνιών σε κεντροαριστερά πολιτικά σχήματα.


Σαφέστατα, τίποτα στην πολιτική δεν είναι τυχαίο. Μετά από την επί 18 συναπτά έτη παραμονή τους στην εξουσία (1979-1997), οι Tories είχαν περιέλθει σε σημείο τέτοιο από το οποίο πολύ σπάνια πολιτικός σχηματισμός δύναται να ανανήψει. Και πράγματι για πολλά χρόνια η κυριαρχία των Εργατικών ήταν αδιαμφισβήτητη κι οι Συντηρητικοί βρίσκονταν μεταξύ σφύρας κι άκμονος –συνεχείς αλλαγές ηγεσίας, συρρίκνωση εκλογικής επιρροής, απώλεια ακόμα και παραδοσιακών ομάδων υποστηρικτών τους. Κι όμως. Πάνε μόλις τρία χρόνια από την στιγμή που ανέλαβε την αρχηγία του κόμματος ο νεόκοπος David Cameron και το όλο σκηνικό έχει ανατραπεί πλήρως. Σίγουρα σε αυτήν την ανατροπή έχει συμβάλει κι η παταγώδης απότυχια των Εργατικών να διαχειριστούν καυτά θέματα υψίστης σημασίας καθώς κι η ανικανότητα του Gordon Brown να εμπνεύσει και να πείσει οτι μπορεί να δώσει νέα πνοή στο κόμμα του και πολύ περισσότερο στην κοινωνία. Παρ’όλα αυτά, η διαφορά στις δημοσκοπήσεις –προσεγγίζει το 20%- είναι υπερβολικά ευμεγέθης για να αποδωθεί κυρίως στην ανικανότητα του Εργατικού κόμματος και της ηγεσίας του.


Αντιθέτως, η εντυπωσιακή αυτή πορεία των Tories προς τις εκλογές του επόμενου έτους, οφείλεται κατά κύριο λόγο στην εντυπωσιακή και σε σημεία ριζοσπαστική ατζέντα διακυβέρνησης της χώρας που έχει παρουσιάσει ο Cameron και οι συνεργάτες του. Το ιδεολογικό περιεχόμενό της έχει περιγραφεί από τον ίδιο με τον κάπως παράταιρο τίτλο «προοδευτικός συντηρητισμός» (“progressive conservatism”). Κι αν όντως με μία πρώτη ματιά η αντίδραση μπορεί να είναι κάπως επιφυλακτική όσ’ον αφορά την πρακτική εφαρμογή ενός προγράμματος που φέρει αυτό τον κάπως παράδοξο τίτλο, μία βαθύτερη μελέτη των προτάσεων του προγράμματος διακυβέρνησης δικαιώνει απόλυτα την χρησιμοποίηση του επιθέτου «προοδευτικός» για τον προοσδιορισμό της κατεύθυνσης που ακολουθεί αυτό.


Διότι, πώς αλλιώς παρά προοδευτική μπορεί να χαρακτηριστεί η πολιτική ενός από τα πιο παραδοσιακά συντηρητικά κόμματα της Ευρώπης, όταν αναφέρει ως βασικούς της στόχους, την δημιουργία μίας κοινωνίας η οποία θα είναι δίκαιη, πιο πράσινη, θα προσφέρει ίσες ευκαιρίες σε όλους τους πολίτες της και θα είναι πιο ασφαλής. Το όραμα των Tories για την Βρετανία του 21ου αιώνα περιέχει προτάσεις για όλο το φάσμα των πολιτικών θεμάτων οι οποίες είναι ρηξικέλευθες όχι μόνο για ένα κόμμα συντηρητικό αλλά και για οποιοδήποτε εκπρόσωπο του πολιτικού φάσματος.


Πιο συγκεκριμένα, δίνεται ιδιαίτερη βάση στον ρόλο της εκπαίδευσης για την επίτευξη του στόχου των ίσων ευκαιριών σε όλους τους πολίτες, προωθώντας την αύξηση του ανταγωνισμού στην μέση εκπαίδευση και την ισχυροποίση του ρόλου των καθηγητών στα σχολεία. Προς αυτήν την κατεύθυνση κινείται κι η προώθηση του θεσμού της οικογένειας –ενός θεσμού που έχει πάψει πια να αποτελεί συνεκτικό ιστό της βρετανικής κι όχι μόνο κοινωνίας- ως κεντρικού πυλώνα για το κτίσιμο μιας κοινωνίας με πιο ισχυρούς δεσμούς μεταξύ των μελών της και με αυξημένο το αίσθημα της συλλογικότητας αλλά και της ατομικής ευθύνης.


Παράλληλα, προωθείται αύξηση της αποκέντρωσης της λήψης αποφάσεων και των γενικότερων αρμοδιοτήτων της τοπικής αυτοδιοίκησης και των τοπικών κοινωνιών, η οποία ταυτόχρονα με τον ενισχυμένο ρόλο του εθελοντισμού και των αντίστοιχων οργανώσεων, στοχεύει στην ενίσχυση της ενεργού συμμετοχής των απλών πολιτών στην πολιτική. Επίσης μεγάλη βάση δίνεται και στην ανάγκη ανάπτυξης μίας «πράσινης οικονομίας», με την δημιουργία μεγάλου αριθμού αντιστοίχων θέσεων εργασίας και την ενίσχυση πολιτικών για την προώθηση χρήσης εναλλακτικών μορφών ενέργειας.


Τα παραδείγματα προοδευτικών προτάσεων που μπορούν να αντληθούν από την ατζέντα των Tories είναι αναρίθμητα. Ο Cameron όμως δεν έμεινε μόνο στην ανανέωση του ιδεολογικής ταυτότητας του κόμματός του. Προχώρησε και σε εκτεταμένες αλλαγές προσώπων, αναδεικνύοντας στην πολιτική σκήνη σε πρωταγωνιστικούς ρόλους μεγάλο αριθμό νέων –όχι απαραίτητα σε ηλικία αλλά κυρίως σε ιδέες- πολιτικών, μεγάλο μέρος των οποίων αποτελεί και το μονίμως μειοψηφικό γυναικείο φύλο. Κατά αυτόν τον τρόπο προσέδωσε στο κόμμα του μία τελείως διαφορετική εικόνα και μία αύρα η οποία δεν περιορίζεται σε ένα καλογυαλισμένο περίβλημα, αλλά στηρίζεται σε ένα στιβαρό σύνολο προτάσεων για το άμεσο και μακροπρόθεσμο μέλλον της βρετανικής κοινωνίας.


Στην χώρα μας, το κόμμα το οποίο δραστηριοποιείται στην ίδια πολιτική «γειτονιά» με τους βρετανούς συντηρητικούς, είναι η κυβερνώσα Νέα Δημοκρατία. Ως κομματικός σχηματισμός της ευρύτερης κεντροδεξιάς, ποτέ του ουσιαστικά δεν είχε μία ξεκάθαρη ιδεολογική ταυτότητα. Ξεκίνησε με τον ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό (καραμανλισμό στην ουσία), για να περάσει σε πιο φιλελεύθερα κατατόπια επί προεδρίας Μητσοτάκη, μέχρι να κάνει την νεοκαραμανλική στροφή στον μεσαίο χώρο και στην ουσιαστική αποιδεολογικοποιήση. Κι αυτό καθώς στην σημερινή κυβέρνηση συμβιώνουν παλαιάς κοπής πολιτικοί της λαικής δεξιάς με -τουλάχιστον κατ’όνομα- φιλελεύθερους εκσυγχρονιστές, παράγοντας κι αμφίσημης κατεύθυνσης κυβερνητικό έργο, χωρίς ξεκάθαρες στοχεύσεις και μακροπρόθεσμο πλάνο.


Αναμφίβολα, ο Κώστας Καραμανλής θα είχε πολλά να διδαχθεί από τον τρόπο με τον οποίο ανανεώθηκαν εκ βάθρων κι άκρως επιτυχημένα οι βρετανοί συγγενείς της Νέας Δημοκρατίας. Κι αναντίρρητα, προτάσσοντας μία ανάλογη και φυσικά προσαμοσμένη στα δεδομένα της χώρας μας ατζέντα, θα συμβάλει τα μέγιστα τόσο στην ιδεολογική και πολιτική αναστήλωση του κόμματός του, όσο και στην πορεία ανανέωσης της χώρας, που πλέον αποτελεί επιτακτική ανάγκη για το μέλλον της.

Tuesday, 28 April 2009

Τα δύο τείχη του κ. Παπανδρέου...


Το βράδυ της 27ης Απριλίου το London School of Economics (LSE) φιλοξένησε τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ και πιθανό επόμενο πρωθυπουργό της χώρας, Γεώργιο Παπανδρέου. Το μικρό αμφιθεατρικό Old Theatre ασφικτυούσε από κόσμο, στην πλειοψηφία του νέοι σπουδαστές του συγκεκριμένου κι άλλων πανεπιστημίων του Λονδίνου. Στην σύντομη ομιλία του αλλά και στις ερωταπαντήσεις που ακολούθησαν, ο κ. Παπανδρέου προσπάθησε να αναπτύξει το όραμα του για την διακυβέρνηση της χώρας. Εκείνο όμως που τράβηξε ιδιαιτέρως την προσοχή του γράφοντος καθώς και πολλών άλλων ακροατών, ήταν μία σύγκριση που έκανε κατά την αναφορά του στις κοσμογονικές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα σε παγκόσμιο επίπεδο. Στο συγκεκριμένο σημείο ο κ. Παπανδρέου, αναφέρθηκε στο ότι καλούμαστε να ζήσουμε ως παγκόσμια κοινωνία με βάση τις γιγάντιες συνέπειες που έχει η πτώση των δύο τειχών –του τείχους του Βερολίνου (Berlin Wall) το 1989 και του αμερικάνικου χρηματιστηρίου της Γουόλ Στρητ (Wall=τείχος), παρομοιάζοντας και φέρνοντας στην ίδια μοίρα την πτώση του τείχους του Βερολίνου με την κατάρρευση της αμερικάνικης χρηματαγοράς.

Ας συλλογιστούμε όμως για λίγο όρισμενα πασίγνωστα στοιχεία και γεγονότα. Το τείχος του Βερολίνου κατασκευάστηκε το 1961 ως ένα πρακτικό αλλά και συμβολιοκό σύνορο των δύο αντιμαχόμενων πόλων. Η υφήλιος ζούσε στο ζενίθ του Ψυχρού Πολέμου και η πλειοψηφία των κρατών παγκοσμίως είχε ταχθεί με ένα από τα δύο στρατόπεδα. Η χώρα που ζούσε το μεγαλύτερο δράμα ήταν αναμφίβολα η Γερμανία, διαιρεμένη στα δύο, με την σημερινή της πρωτεύουσα, το Βερολίνο, να χωρίζεται κυριολεκτικά σε Ανατολικό και Δυτικό από το τείχος.

Το τείχος του Βερολίνου πέρα από ένα σύνορο, λειτούργησε και λειτουργεί ακόμα, κυρίως συμβολικά. Για την πρωτεύουσα της Γερμανίας, όπου ορισμένα τμήματα του διασώζονται ακόμα, αποτελεί ένα φρικτό ενθύμιο της επιβληθήσας διαίρεσης της χώρας, των δινών που υπέφεραν δεκαετίες ολόκληρες οι κάτοικοι της ανατολικής πλευράς, αλλά και των φρικτών θανάτων που βρήκαν πολλοί κατά την προσπάθειά τους να περάσουν στην άλλη πλευρά –μακριά από την καταδυνάστευση του κομμουνιστικού καθεστώτος. Παράλληλα όμως, το τείχος αυτό αποτελεί και παγκόσμιο σύμβολο του διχασμού που επέφερε ο Ψυχρός Πόλεμος καθώς και των δινών που υπέστησαν αναριθμητοί άνθρωποι που είχαν την ατυχία να γεννηθούν ανατολικά του σιδηρούν παραπετάσματος. Έχει αναχθεί σε σύμβολο μνήμης των εκατομμυρίων θυμάτων των τερατόμορφων ηγετών των κομμουνιστικών καθεστώτων, των διαφόρων Στάλιν, Χόνεκερ και Γιαρουζέτσκι –μόνο στην καταγωγή τους διέφεραν άλλωστε.

Με βάση τον παραλληλισμό του κ. Παπανδρέου, το δεύτερο τείχος το οποίο κατέπεσε 20 χρόνια μέτα από αυτό του Βερολίνου, είναι η Γουόλ Στρητ (Wall Street). Το τελευταία πανταχόθεν βαλλόμενο χρηματηστήριο της Νέας Υόρκης, αποτελεί για πολλόυς παγκόσμιο συμβολό του καπιταλιστικού συστήματος που στάθηκε στον αντάποδα του κομμουνισμού και κυριαρχεί στον δυτικό κόσμο ασπαζόμενο τις πρακτικές των ελεύθερων αγορών. Εδώ κι ενάμισι περίπου χρόνο οι δυτικές κυρίως κοινωνίες ειναί βυθισμενές σε μία ιδιαίτερα έντονη ύφεση, τα αίτια της οποίας –αν και χωρά πολύ συζήτηση- αναζητούνται στον τρόπο λειτουργείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος των ΗΠΑ. Αναντίρρητο είναι πάντως το γεγονός ότι, κυρίως στο σύστημα της συγκεκριμένης χώρας καθώς και της Βρετανίας, είχαν δημιουργηθεί υπερβολές. Χάθηκε το μέτρο, αναπτύχθηκε αισχροκέρδια, θεοποιήθηκε η απληστία. Αυτό όμως σε καμία περιπτωση δεν μπορεί να δικαιολογήσει την λήθη, όσο κι αν δεχτούμε ότι σε τέτοιες έποχες το να πλεονάζουν καμιά φόρα οι ακραίες φωνές ίσως αποτελεί νόμο. Δεν πρέπει λοιπόν να λησμονείται το γεγονός ότι εξ’αιτίας του συγκεκριμένου μοντέλου, γνώρισαν τα κράτη του δυτικού κόσμου την πρωτοφανή αλματώδη ανάπτυξη των τελευταίων 30 χρόνων και ταυτόχρονα σε αυτό το σύστημα στηρίχθηκε η επιτυχής έξοδος των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης από το τέλμα στο οποίο είχαν περιέλθει επί κομμουνισού κι η ραγδαία ανάπτυξη της Κίνας (καπιταλιστικό σύστημα με «σοσιαλλίζον» περίβλημα). Τα παραδείγματα είναι αναρίθμητα.

Η παρούσα κρίση έχει οδηγήσει, όπως είναι λογικό, τις κυβερνήσεις των διαφόρων χωρών σε βαθύ συλλογισμό για την εύρεση των κατάλληλων εκείνων μέτρων τα οποία θα οδηγήσουν στην έξοδο από την ύφεση και που κυρίως θα αποτρέψουν ή θα ελαχιστοποιήσουν την πιθανότητα επανεμφάνησης των αιτίων που οδήγησαν σε αυτήν. Παρά την όλη κατάσταση όμως, η οποιαδήποτε σύγκριση της πτώσης του τείχους του Βερολίνου με την κατάρρευση των διεθνών χρηματαγορών, μόνο σε δύο διακριτούς παράγοντες μπορεί να αποδωθεί. Πρόκειται είτε για την χαιρέκακη αντίδραση ρεβανσιστή παλαιοκομμουνιστή, είτε για την ψηφοθηρικής στόχευσης ανάλυση καιροσκόπου λαικιστή. Εφ’όσον αποδεχθούμε ότι για τον κ. Παπανδρέου η πρώτη περίπτωση αποτελεί μη ρεαλιστικό σενάριο, δεν μένει παρά να καταφύγουμε στην δεύτερη ερμηνεία του -διακομματικού κι αθάνατου στην χώρα μας- λαικισμού. Επειδή όμως κι ο τελευταίος έχει τα όρια του, ας ελπίσουμε ότι το συγκεκριμένο συμβάν αποτελεί μία απλά ατυχέστατη παρομοίωση με την οποία θέλησε να διανθήσει τον λόγο του κι όχι μία ακόμα ένδειξη παλαιοκομματικής μετάλλαξης «σύγχρονου» πολιτικού. Άλλωστε η ελπίδα έχει το προνόμιο να πεθαίνει πάντα τελευταία...