
Βρισκόμαστε ακόμα στα μεθεόρτια μίας εκλογικής αναμέτρησης, η οποία απεδείχθει εξόχως ενδιαφέρουσα και η οποία επιφύλασσε ως κερασάκι στην τούρτα μίας ιδιαίτερα πολιτισμένης (για τα δεδομένα μας) κι αρκετά ενδιαφέρουσας προεκλογικής περιόδου, μία ηχηρή έκπληξη. Η έκπληξη προφανώς και δεν έγκειται στον νικητή των εκλογών, αλλά στο μέγεθος της διαφοράς των δύο κομμάτων εξουσίας, το οποίο όντας σε ιστορικά νούμερα, δρομολόγησε τις γνωστές άμεσες και προβλεπόμενες εξελίξεις στο στρατόπεδο της κεντροδεξιάς παράταξης – παραίτηση Καραμανλή και συνέδριο για εκλογή νέου αρχηγού.
Ήταν βέβαιο, ότι μετά από τέτοιο αποτέλεσμα, ο Κώστας Καραμανλής θα προχωρούσε –με γενναιότητα ομολογουμένως- σε αυτήν την κίνηση. Διότι μπορεί να του καταλογίζονται πολλά, αλλά κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την αξιοπρέπεια του ανδρός και το γεγονός ότι ποτέ του δεν υπήρξε καρεκλοκένταυρος. Πράγματι, τα λάθη που διέπραξε κατά την σχεδόν 6ετή του θητεία στον πρωθυπουργικό θώκο και την αντίστοιχη 12ετή του σαν αρχηγός της ΝΔ, ήταν ουκ ολίγα. Η αδυναμία του στην επιλογή των κατάλληλων προσώπων για την ηγετική ομάδα που τον περιστοίχιζε απεδείχθει μοιραία, όπως ολέθριο απεδείχθει και το γεγονός ότι επέλεξε να κατέβει στην μάχη του 2004 με την σημαία της ηθικολογίας – λες κι η τελευταία είναι προνόμιο συγκεκριμένων πολιτικών φορέων. Ακόμα κι η στιβαρότητα την οποία επεδείκνυε τον πρώτο καιρό ως αρχηγός της ΝΔ, δεν μετατράπηκε σε ισχυρή πολιτική βούληση για ευρίες τομές κατά την διάρκεια της πρωθυπουργίας – αίφνης, εχάθει πίσω από το σιδηρούν παραπέτασμα του πολιτικού κόστους.
Κανείς δεν έχει πρόθεση τέτοιες ώρες να παίξει τον ρόλο του μετά Χριστόν προφήτη –άλλωστε κανείς δεν λησμονεί, ότι με αυτά τα λάθη και τις αδυναμίες, οδήγησε μία παράταξη σε αλεπάλληλες εκλογικές επιτυχίες, κάτι που μονάχα ο ιδρυτής της είχε πετύχει, κι αυτός υπό εκ διαμέτρου διαφορετικές συνθήκες. Επί του παρόντος όμως, στόχος δεν αποτελεί η αξιολόγηση της πολιτικής σταδιοδρομίας του Κώστα Καραμανλή, αλλά η ψηλάφιση των αιτιών που οδήγησαν σε αυτό το αποτέλεσμα-σοκ και κυρίως η αναζήτηση μίας προοπτικής διεξόδου για την ΝΔ.
Προσεγγίζοντας με όσο το δυνατόν πιο χειρουργικό τρόπο το όλο θέμα, πεποίθηση του γράφοντος αποτελεί το γεγονός ότι η 12ετής αυτή περίοδος Καραμανλή αποτελεί την μεγάλη χαμένη ευκαιρία της κεντροδεξιάς παράταξης. Κι εξηγούμαι πάραυτα. Από την πρώτη στιγμή που ο Κώστας Καραμανλής πήρε το τιμόνι της ΝΔ, κι ύστερα κι από κάποιες πρώτες επιδείξεις εσωκομματικής πυγμής (πχ. διαγραφή Σουφλιά), υπήρξε απόλυτος κι αδιαμφησβήτητος κυρίαρχος του σκηνικού. Αυτήν του την αναντίρρητη κυριαρχία, δεν την εκμεταλλεύτηκε έτσι ώστε να εκσυγχρονίσει το κόμμα –τόσο όσον αφορά την στελέχωση όσο και την νοοτροπία- και να του προσδώσει μία σαφέστατη μεταρρυθμιστική ταυτότητα. Αν το έπραττε, θα ήταν έτοιμος να κυβερνήσει με το πολιτικό σθένος που διαφήμιζε και να αφήσει παρακαταθήκη μια πραγματικά ιστορική διακυβέρνηση η οποία θα είχε επιτύχει –σπάζοντας αυγά- να μεταμορφώσει την ελληνική κοινωνία στους κρισιμότερους τομείς που νοσεί .
Όλα αυτά δυστυχώς παρέμειναν προγραμματικές δηλώσεις. Και παρέμειναν τέτοιες, γιατί σε καμία περίπτωση το κόμμα δεν ήταν προετοιμασμένο για μία μεταρρυθμιστική διακυβέρνηση με σαφείς πολιτικούς προσανατολισμούς. Αντιθέτως, το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στην ΕΙΚΟΝΑ και μόνον σε αυτήν. Οδηγηθήκαμε έτσι σε φαινόμενα επικοινωνιολαγνείας, απότοκος των οποίων ήταν το ευφυολόγημα του «μεσαίου χώρου», προτασσόμενου από διαφόρους επικοινωνιακούς γκουρού, ως το πολιτικοιδεολογικό πεδίο δράσης της παράταξης. Αυτός ο χιλιοτραγουδισμένος «μεσαίος χώρος», δεν αποτελεί τίποτε παραπάνω από ένα πολιτικάντικο τέχνασμα, απόλυτα προσδεμένο στην ευρύτερη λογική της υποταγής στην επικοινωνία – μία απέλπιδα προσπάθεια να γίνουμε αρεστοί σε όλους. Κατά αυτό τον τρόπο, η κυβέρνηση Καραμανλή παρέμεινε όμηρος του μπαμπούλα του πολιτικού κόστους, με αποτέλεσμα να κάνει λίγα σε σχέση με όσα είχε πει, και πολύ χειρότερα, λίγα σε σχέση με όσα μπορούσε.
Είναι σαφές, ότι κάπου στην πορεία προς την εξουσία, χάθηκε –ή καλύτερα λησμονήθηκε- η ΟΥΣΙΑ. Γιατί η ουσία της πολιτικής δεν είναι σε καμία περίπτωση η επικοινωνία. Αυτή αποτελεί το μέσο προβολής της ουσίας, η οποία είναι οι ιδέες, η ιδεολογία, τα ιδανικά που μετουσιώνονται σε ΠΡΑΞΗ. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, το σημαντικότερο και κρισιμότερο σημείο για την πορεία της ΝΔ μετά την μεγάλη αυτή ήττα, δεν είναι σε καμία περίπτωση τα πρόσωπα. Αυτά, σε ένα κόμμα εξουσίας έρχονται και παρέρχονται και δεν είναι αυτά το οποία καθορίζουν την πορεία του, αλλά αντιθέτως, προσαρμόζονται στην πορεία και στην κατεύθυνση που έχει επιλέξει η εκάστοτε παράταξη. Τα κόμματα εξουσίας οφείλουν να μην είναι προσωποκεντρικά, αλλά να καθορίζονται από την ιδεολογία τους, τις αρχές και την πολιτική τους κατεύθυνση.
Η ΝΔ αυτό το χαρακτηριστικό, κατά την περίοδο Καραμανλή τουλάχιστον, το απώλεσε, επαφιώμενη και στην προσωπική ικανότητα του αρχηγού της. Στην πορεία προς την επανάκτησή του, δεν έχει παρά να στρέψει την ματιά της στα σύγχρονα ευρωπαικά κεντροδεξιά κόμματα που πραγματικά προελαύνουν, έχοντας εκ των προτέρων υποστεί μεγάλες έως κοσμογονικές αλλάγες στις δομές, τον χαρακτήρα και την κατεύθυνσή τους, παρουσιάζοντας έτσι ένα φρέσκο και δυναμικό πρόσωπο για την ευρωπαική κεντροδεξιά. Ο Ντέιβιντ Κάμερον έχει μεταλλάξει τους βρετανούς συντηρητικούς σε ένα κόμμα με μία από τις πιο –ουσιαστικά- προοδευτικές ατζέντες στον κόσμο – με πολιτικές αποκέντρωσης εξουσιών, περιβαλλοντικής ευαισθησίας, αναμόρφωσης του εκπαιδευτικού συστήματος και τολμηρής μεταρρυθμιστικής οικονομικής ατζέντας. Ο Σαρκοζύ, όντας απόλυτος άρχων του παιχνιδιού στην Γαλλία, προχωρά με γοργούς ρυθμούς τον εξυγχρονισμό των συντηρητικών δομών του κράτους, αξιοποιώντας σε καίριες θέσεις αξιόλογα στλέχη των υπό διάλυση Σοσιαλιστών. Όσο για την προσφάτως εκλεχθείσα κιτρινόμαυρη συμμαχία –χριστιανοδημοκράτες με φιλελεύθερους- της Γερμανίας, απελευθερώνει την Μέρκελ η οποία θα προχωρήσει με γοργότερους ρυθμούς την μεταρρυθμιστική της ατζέντα, έχοντας ήδη κι αυτή αναμορφώσει το αραχνιασμένο κόμμα της σε ένα ολοζώντανο φορέα εκσυγχρονισμού.
Εν κατακλείδι, κάθε μεγάλη ήττα, αποτελεί και μία ιστορική ευκαιρία. Η ΝΔ, η μεγάλη κεντροδεξιά παράταξη της χώρας μας, οφείλει να αξιοποιήσει αυτήν την ευκαρία ακολουθώντας μία διαδικασία ενδοσκόπησης, η οποία θα καθορίσει το πολιτικό στίγμα και την κατεύθυνση που θα ακολουθηθεί με απώτερο σκοπό την ανανέωση του κόμματος ως μηχανισμού αλλά κι ως φορέα ιδεολογίας. Μόνο ακολουθώντας αυτόν τον δρόμο και μαθαίνοντας από τα πρόσφατα λάθη, θα μπορέσει να αρθρώσει ξανά μεστό πολιτικό λόγο, τέτοιον ώστε να εμπνεύσει και να δημιουργήσει τις προυποθέσεις όχι απλά επανόδου στην εξουσία, αλλά μίας διακυβέρνησης ιστορικής για τον τόπο. Οφείλει να αφήσει στην λήθη του παρελθόντος την προσήλωση στην εικόνα και την επικοινωνία και να περάσει στην ουσία και την πράξη –σε αυτήν καθ’εαυτή την πολιτική.
