Friday, 6 August 2010

Ο «μεσαίωνας» είναι ακόμα εδώ…



Όταν ο ταξιδιώτης πάρει την απόφαση να αφήσει πίσω του την Κίνα και να περάσει, κάπου εκεί στα ανατολικά της σύνορα, στην αντίπερα όχθη, μέσω μίας εκ των γεφυρών του ποταμού Tumen, αντικρίζει μία μεγαλεπήβολη επιγραφή με ξεχωριστό καλωσόρισμα: «Προφύλαξε με την ζωή σου το πνεύμα της Επανάστασης που έχει τον Μεγάλο Kim Jong Il για ηγέτη της». Φυσικά, ο συνετός ταξιδιώτης δεν χρειάζεται να προβεί σε τέτοιες «θαρραλέες» πράξεις για να αντιληφθεί την πραγματικότητα στην χώρα της Επανάστασης -την Βόρεια Κορέα. Μπορεί κάλλιστα να νοικιάσει, από την ασφάλεια του κινεζικού εδάφους στην διπλανή πόλη, ένα ζευγάρι κιάλια έναντι της αδράς αμοιβής των $1,5. Στην μεγαλύτερη πολυκατοικία που βρίσκεται κοντά στο συνοριακό ποτάμι, θα διαπιστώσει ότι τη νύχτα δεν υπάρχει ηλεκτρισμός. Θα δει τους κατοίκους της να κουβαλούν νερό από τα πηγάδια. Θα δει τους χωρικούς που δουλεύουν στην απέναντι όχθη του ποταμού, να τον βλέπουν να τους χαιρετά και να σκύβουν το κεφάλι τρομαγμένοι. Θα δει ότι τα «μαύρα σκοτάδια» του μεσαίωνα, σε αυτήν την μικρή γωνιά του πλανήτη, επιβιώνουν.

Βέβαια, χαρακτηρίζοντας κανείς ως μεσαιωνικά, τα όσα έχουν βιώσει οι κάτοικοι αυτής της χώρας υπό την ένδοξη «επανάσταση» του Il, μάλλον τα υποτιμά. Μόνο την δεκαετία του ’90, περίπου 1 εκατομμύριο άνθρωποι βρήκαν τον θάνατο, εξαιτίας ενός φαινομένου που θα πίστευε κανείς ότι πλέον, μόνο σε κάποιες τριτοκοσμικές χώρες της Αφρικής το συναντά –της πείνας. Προς τα τέλη της ίδιας δεκαετίας και με πρωτοβουλία προερχόμενη κυρίως από τον στρατό της χώρας, άρχισε να κάνει την εμφάνισή του, ένα ιδιότυπο πλέγμα ιδιωτικών αγορών προϊόντων, το οποίο κατάφερε για κάποιο χρονικό διάστημα να ανασυντάξει υποτυπωδώς την οικονομία της χώρας και να αφήσει αχνές ελπίδες, ότι το σκληροπυρηνικό καθεστώς ίσως άρχιζε να ακολουθεί το παράδειγμα της Κίνας και σταδιακά να εκσυγχρόνιζε την οικονομία του.

Φευ, οι ελπίδες απεδείχθησαν σύντομα φρούδες. Από το 2005 τα μέτρα τα οποία ελήφθησαν κατά των αγορών αυτών, οδήγησαν στην απόλυτη κατάρρευσή τους, η οποία ακολουθήθηκε και από την περσινή σημαντική υποτίμηση του εθνικού νομίσματος. Το καθεστώς, μόλις οσμίστηκε ιδιωτικό πλούτο να σωρεύεται, αντέδρασε ακαριαία, έχοντας υπόψη του μοναχά την επιβίωσή του –άσχετα από την επιβίωση των εκατομμυρίων πολιτών του. Πώς αλλιώς, τόσες δεκαετίες έχει μάθει να προχωρά προς τον κολοφώνα της σοσιαλιστικής ολοκλήρωσης, αντ’αυτών…

Ο παρατηρητής δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί, για το πώς είναι δυνατόν στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και του πρωταρχικού ρόλου των διεθνών σχέσεων, να επιβιώνει ένα τέτοιο καθεστώς, το οποίο ξέχωρα από τις αναρίθμητες αθλιότητες εναντίον των ίδιων του των πολιτών -για τις οποίες και κατηγορείται-, αποτελεί και μόνιμο κίνδυνο για την διεθνή σταθερότητα, εξαιτίας της αλλοπρόσαλλης συμπεριφοράς του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το πρόσφατο συμβάν με την βύθιση του νοτιοκορεάτικου πολεμικού Cheonan και τις πολλαπλές αρρυθμίες που προκάλεσε το συγκεκριμένο συμβάν στην περιοχή και όχι μόνον. Είναι δυνατόν να υπάρχουν δυνάμεις που να επιθυμούν την ύπαρξη αυτής της «μαύρης τρύπας»;

Κι όμως, τα πράγματα στην γεωπολιτική, δεν είναι πάντα τόσο απλά όσο φαίνονται. Πρώτα απ’όλα, η χαρακτηριστική απροθυμία της Κίνας -του «μεγάλου παίκτη» της περιοχής- να καταδικάσει κατά το παρελθόν παρόμοιες προκλητικές ενέργειες του καθεστώτος της Β. Κορέας, είναι ενδεικτική του γεγονότος ότι η επιθυμία του «Κόκκινου Δράκου» είναι η διατήρηση του στάτους κβο στην περιοχή. Η πλειοψηφία των Κινέζων διπλωματών φοβάται, ότι αυτό που θα διαδεχθεί το παρόν καθεστώς θα είναι πολύ χειρότερο για τα δικά τους συμφέροντα. Ένας εμφύλιος για την διάδοχη κατάσταση θεωρείται πολύ πιθανός, ενώ επιπρόσθετα τα σύνορα θα ανοίξουν, οι βορειοκορεάτες θα πλημμυρήσουν τις κινέζικες πόλεις και το κόστος για την καλπάζουσα κινέζικη οικονομία ενδέχεται να αποβεί και μοιραίο.

Ακόμα και η Ν. Κορέα, δεν θα μπορούσε να πει κανείς με άνεση ότι έχει βασικό στόχο της εξωτερικής της πολιτικής, την κατάρρευση του καθεστώτος Il στην γείτονα. Έχοντας υπόψη το βαρύ κόστος που πλήρωσε η Δυτική Γερμανία για την ενοποίηση με την Ανατολική μετά την πτώση του Τείχους, είναι λογικό μία ακμάζουσα οικονομία όπως αυτή της Ν. Κορέας, να έχει δεύτερες σκέψεις -τουλάχιστον- για το κατά πόσον θα ήθελε να «ενώσει τις δυνάμεις της» με μία χώρα σε πολύ χειρότερη της τότε Αν. Γερμανίας κατάσταση.

Όλες οι παραπάνω λογικές μπορεί να είναι αποδεκτές, εκείνο το οποίο όμως σε καμία περίπτωση δεν δύναται να αποδειχθεί ούτε καν βιώσιμο, είναι η τακτική της απάθειας και του διπλωματικού «δεν κάνω τίποτα», η οποία τελευταία, όλο και περισσότερο φαίνεται ότι υιοθετείται επίσημα -κυρίως από την πλευρά της Κίνας. Και ακριβώς επειδή το καθεστώς της Β. Κορέας -για τους προαναφερθέντες λόγους- δεν είναι σε καμία περίπτωση τόσο ανθεκτικό όσο δείχνει, μία ξαφνική κατάρρευσή του, θα πιάσει τους γείτονες εν πλήρη υπνώσει. Συνεπώς, η Κίνα οφείλει να επανεκκινήσει τις διαδικασίες του εξαμερούς διαλόγου και των παρασκηνιακών διαβουλεύσεων, αλλά κυρίως, σε συνεργασία με τις υπόλοιπες άμεσα ενδιαφερόμενες χώρες, να καταστρώσουν ένα λεπτομερές σχέδιο για την αντιμετώπιση μίας τέτοιας έκτακτης κατάστασης αλλά και γενικότερα της επόμενης μέρας στην Β. Κορέα.

Διότι, μπορεί ο Μεγάλος Il να λατρεύεται ως ημίθεος σε αυτήν την μεσαιωνική γωνιά του πλανήτη, αλλά ο φονικός συνδυασμός της κακής του υγείας, της άθλιας οικονομικής κατάστασης της χώρας και των παρασκηνιακών διεκδικήσεων της διαδοχής, μπορεί να πλήξουν θανάσιμα, ακόμα και έναν ημίθεο. Άλλωστε, όπως σοφά είχε διατυπώσει πρόσφατα ένας Βρετανός διπλωμάτης «το μόνο βέβαιο πράγμα σε ό,τι αφορά την Β. Κορέα, είναι η αβεβαιότητα»…

Friday, 30 July 2010

Hugo Chavez: Το τελευταίο «παιδί του λαού»...


Η Λατινική Αμερική ανέκαθεν υπήρξε «μάνα» τους. Οι δημοκράτες, αγωνιστές, παθιασμένοι αλλά και συχνά θερμοκέφαλοι λαοί της, με όλα τα καλά και τα κακά που κουβαλούν, αποτελούσαν ανέκαθεν το ιδανικό έδαφος για να ρητορεύουν, να ξιφουλκούν, να γοητεύουν και να αναρριχώνται τάχιστα στα υψηλότερα κλιμάκια της εξουσίας. Σαγηνεύοντας με τους επίγειους παραδείσους που τόσα εύμορφα έπλαθαν, έκαναν τους εξουθενωμένους ακροατές τους να παραδίδονται αμαχητί και να μεταμορφώνονται σε φανατικούς και εφόρου ζωής, πιστούς ακολούθους. Από τον Bolivar και τον Guevara, έως τον Castro και τον Ortega, όλοι μοιράζονταν λιγότερο ή περισσότερο τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Ήταν τα «παιδιά του λαού».

Ο Hugo Chavez συμπληρώνει φέτος 11 ολόκληρα χρόνια στον προεδρικό θώκο της Βενεζουέλας. Για τους φανατικούς οπαδούς του, τους chavistas, είναι ένας λαϊκός ήρωας, ένας καθημερινός μαχητής και πολέμιος της παγκόσμιας καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων και του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Είναι ο μοναδικός πολιτικός που νοιάζεται πραγματικά για αυτούς, είναι ο προστάτης των φτωχών και των αδυνάτων, είναι ο άγιός τους. Είναι ένα ακόμα «παιδί του λαού». Ίσως το τελευταίο.

Μήπως όμως όλα αυτά, είναι πολύ καλά για να είναι αληθινά; Η Βενεζουέλα, είναι γεγονός ότι διαθέτει ένα ιδιότυπο μόρφωμα πολιτικού συστήματος, το οποίο συνδυάζει ταυτόχρονα με ένα δημοκρατικό μανδύα, μία ακραία μορφή λαϊκίστικου σοσιαλισμού, έναν επιθετικό αντιαμερικανισμό κι έναν εθνικισμό στηριζόμενο πάνω σε ένα ευμέγεθες βαρέλι πετρελαίου (βλ. πλουσιότατα κοιτάσματα πετρελαίου). Παρόμοια μείγματα έχουν κυριαρχήσει ταυτόχρονα και σε χώρες όπως το Ιράν, η Ρωσία και το Σουδάν, με σημαντικές αποκλίσεις και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στην κάθε περίπτωση. Τελευταία μάλιστα γίνεται εμφανής μία προσπάθεια συγκρότησης ενός αντίβαρου, ενός αντίθετου πόλου στην φιλελεύθερη δημοκρατία που κυριαρχεί σε σχεδόν όλον τον υπόλοιπο κόσμο.

Παράλληλα, αφήνοντας κανείς την ευρύτερη οπτική γωνία, και επικεντρώνοντας την ματιά του στο εσωτερικό της Βενεζουέλας, έρχεται αντιμέτωπος με στοιχεία και καταστάσεις που, δυστυχώς για τους δημιουργούς τους, δεν επιδέχονται εναλλακτικές ερμηνείες. Αυτό το ιδιότυπο μείγμα νεόκοπου σοσιαλισμού έδειχνε –επιφανειακά τουλάχιστον- ότι πορεύεται ορθώς την περίοδο των παχιών αγελάδων, όταν δηλαδή η τιμή του πετρελαίου είχε ανέλθει σε δυσθεώρητα ύψη. Όταν όμως από το 2008 και μετά, η τιμή του μαύρου χρυσού άρχισε να παίρνει την κατηφόρα, τότε έπεσαν και οι μάσκες για την οικονομική κατάσταση της χώρας. Το φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού –υψηλές τιμές πληθωρισμού και ανεργίας ταυτόχρονα- στραγγάλισε την οικονομία, που εισήλθε σε μεγάλη ύφεση, στην οποία συνεχίζει να βρίσκεται. Επιπρόσθετα, η όποια κοινωνική συνοχή έχει πάει περίπατο, η εγκληματικότητα γιγαντώνεται, η διαφθορά βασιλεύει.

Κι όμως. Ενώ υπό αυτές τις συνθήκες θα περίμενε κανείς ο κ. Chavez να τυγχάνει της αποδοκιμασίας μίας τεράστιας κοινωνικής πλειοψηφίας, η δημοτικότητά του παραμένει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα –περί το 40%. Οι εξηγήσεις για το συγκεκριμένο φαινόμενο είναι ουκ ολίγες. Ανάμεσα τους, περίοπτη θέση διατηρούν το αναμφισβήτητο επικοινωνιακό του χάρισμα, ο τρόπος που χρησιμοποιεί την εξουσία προς ίδιον και των οπαδών του όφελος, ακόμα και τα πολλά χρόνια υψηλών τιμών πετρελαίου. Ίσως όμως η πιο σημαντική αιτία, είναι η διαχρονική και πραγματικά αφόρητη ανικανότητα του συνόλου του αντιπολιτευόμενου πολιτικού χώρου, να προτάξουν μία άξια εναλλακτική. Πολυδιασπασμένοι και πλειοψηφικά αντιπρόσωποι μίας μισητής από τον λαό πλουτοκρατίας, δεν έκαναν ποτέ ουσιαστική προσπάθεια ανανέωσης, είτε ως προς τα πρόσωπα είτε ως προς τον πολιτικό τους λόγο, με αποτέλεσμα το «παιδί του λαού» να έχει αναγορευτεί σε ισόβιο παντοκράτορα.

Σύντομα, ο λαός της Βενεζουέλας, θα κληθεί, στις νομοθετικές εκλογές του Σεπτεμβρίου, να επιλέξει. Η επιλογή θα είναι απλή. Hugo Chavez ή δημοκρατία. Μόνο που καλά θα κάνουν οι ιθύνοντες του αντιπολιτευόμενου πολιτικού χώρου, να έχουν αρθεί μέχρι τότε στο ύψος των περιστάσεων και να μπορέσουν να ξεφύγουν από το τέλμα στο οποίο έχουν περιπέσει την τελευταία δεκαετία, προσφέροντας στον λαό της χώρας τους μία δημοκρατική και ταυτόχρονα αξιόμαχη εναλλακτική.

Τελευταία, στα κυβερνητικά κτίρια της χώρας, προστέθηκε μία επιγραφή: “Patria, socialismο o muerte”, που θα πει «Πατρίδα, σοσιαλισμός ή θάνατος». Το να αναρωτηθεί κανείς αν η φιλοσοφία που εκφράζει η συγκεκριμένη επιγραφή αντιπροσωπεύει μία δημοκρατική χώρα με ένα πλουραλιστικό πολιτικό σύστημα, ισοδυναμεί με τραγέλαφο...

Tuesday, 20 July 2010

Τα διδάγματα της Σρεμπρένιτσα


Πριν από λίγες ημέρες, η διεθνής κοινή γνώμη παρακολούθησε «παγωμένη», το κυριολεκτικά ανατριχιαστικό θέαμα της μεγαλύτερης μαζικής ταφής στην ιστορία της ανθρωπότητας. Την Κυριακή 11 Ιουλίου, χιλιάδες κόσμου μαζεύτηκαν στην στοιχειωμένη πόλη της Σρεμπρένιτσα για να τιμήσουν τα 775 θύματα, των οποίων τα οστά ανακαλύφθηκαν πρόσφατα σε κοντινή περιοχή. Τα συγκεκριμένα θύματα αποτελούν μικρό μέρος μονάχα των περίπου 8.000 αθώων ανδρών και αγοριών, κατοίκων της πόλης, που αφανίστηκαν μέσα σε δέκα ημέρες από τον προελαύνοντα και συνάμα αφιονισμένο σερβοβοσνιακό στρατό.

Τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στην μικρή αυτήν πόλη της Βοσνίας το δεκαήμερο 11-20 Ιουλίου 1995 -εν μέσω του γιουγκοσλάβικου εμφυλίου πολέμου- έχουν επισήμως αναγνωριστεί ως γενοκτονία. Οι βασικοί εμπνευστές και εκτελεστές της –πλην ενός, του τότε νο2 των σερβοβόσνιων, Ράτκο Μλάντιτς- έχουν καταδικαστεί. Το Σερβικό κράτος πρόσφατα, σε μία ομολογουμένως πρωτοφανή κίνηση θάρρους, ζήτησε επισήμως συγγνώμη για τα γεγονότα –για την σφαγή της Σρεμπρένιτσα. Φευ –η μνήμη και ο πόνος δεν ξεριζώνονται έτσι απλά. Και βλέποντας –έστω κι από το παγερό μέσο που λέγεται τηλεόραση- αυτόν τον συσσωρευμένο πόνο να ξεχειλίζει το απόγευμα της Κυριακής, τα ανακλαστικά και τα αισθήματα ήταν σχεδόν πρωτόγνωρα. Ανατριχίλα. Απόγνωση. Σιωπή.

Το γεγονός ότι η σφαγή της Σρεμπρένιτσα αποτελεί ένα από τα ειδεχθέστερα εγκλήματα πολέμου του 20ου αιώνα, παράλληλα με το ότι έγινε μόλις 15 χρόνια πριν, καταδεικνύουν ότι δεν είναι ένα ιστορικό συμβάν που δύναται να αφεθεί στην παγκόσμια ανθρώπινη λήθη. Ανήκει σε μία μικρή κατηγορία ιστορικών γεγονότων, από τα οποία η ανθρωπότητα, εάν δεν εξάγει θεμελιώδη διδάγματα, είναι καταδικασμένη να τα ξαναζήσει με ακόμα πιο βίαιο και τραγικό τρόπο.

Ίσως το βασικότερο δίδαγμα που μπορεί να εξαχθεί από την σφαγή, προέρχεται από το σημαντικότερο αίτιο τόσο της ίδιας όσο και του γιουγκοσλάβικου εμφυλίου εν γένει. Εθνικισμός. Πρωτόγονος, φανατισμένος, μεσαιωνικός και στην περίπτωσή μας αμφίπλευρος, εθνικισμός. Μία μάστιγα η οποία κάνει αδελφό να θέλει να σκοτώσει αδελφό. Ένα κοινωνικό φαινόμενο, το οποίο, παρ’όλο που είναι υπεύθυνο για τις μεγαλύτερες φρικαλεότητες του ανθρωπίνου γένους, οι ίδιες οι κοινωνίες που τόσες φορές έχουν υπάρξει θύματά του, τείνουν μονίμως να το υποτιμούν. Μέσα στην ζεστασιά της ασφάλειας των σύγχρονων δημοκρατικών πολιτευμάτων, λησμονούν ότι το «αβγό του φιδιού» μονίμως ξεπηδά μέσα από την υπερεκτιμημένη δημοκρατία. Τα σύγχρονα κράτη του 21ου αιώνα, δεν πρέπει ποτέ ξανά να πέσουν στην παγίδα του. Το χρωστούν στα μυριάδες ανά τους αιώνες θύματά του.

Παράλληλα, ένα ακόμα δίδαγμα από τα γεγονότα της Σρεμπρένιτσα, προέρχεται από την τραγικότητα του ρόλου που διαδραμάτισαν οι στρατιωτικές δυνάμεις του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) που βρίσκονταν τότε στην περιοχή. Οι περίφημοι «κυανόκρανοι» και η ηγεσία τους, όχι μόνον δεν κατόρθωσαν να αποτρέψουν την σφαγή, αλλά οι παραλήψεις και οι αστοχίες τους υπήρξαν τόσο ολέθριες, που οδήγησαν ακόμα και τον νυν γραμματέα του ΟΗΕ, κ. Μπαν Κι-Μουν να εξομολογηθεί ότι ο Οργανισμός θα κουβαλάει για πάντα, ασήκωτο το φορτίο των ενοχών για τα τότε συμβάντα. Τα κράτη ολόκληρης της υφηλίου, οφείλουν να κοπιάζουν προς την κατεύθυνση μίας όλο και πιο διευρυμένης συνεργασίας για την εξασφάλιση της παγκόσμιας ειρήνης. Και η κορωνίδα αυτής της συνεργασίας, ο ΟΗΕ, οφείλει να παρουσιάζεται εκσυγχρονισμένος, με αυξημένες αρμοδιότητες και σε κάθε περίπτωση, να δύναται να αντιμετωπίσει τα διεθνή γεγονότα με σύγχρονο «οπλοστάσιο» και οπτική, κι όχι με αυτές που χρησιμοποιούσε την δεκαετία της γέννησής του.

Ο γιουγκοσλάβικος εμφύλιος, εμπεριείχε κατά την μακρά του διάρκεια και πολλά άλλα συμβάντα φρίκης, για τα οποία πέρα από κάθε αμφιβολία είχαν ευθύνη όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές. Άλλωστε, σε έναν εμφύλιο σπαραγμό, δεν γίνεται διαφορετικά. Απλά, η σφαγή της Σρεμπρένιτσα, στέκει στην κορυφογραμμή όλης αυτής της μαύρης περιόδου, σαν φάρος. Φάρος, που θυμίζει σε τι όρια εξαθλίωσης είναι ικανή να φθάσει η ανθρώπινη φύση. Φάρος, που προειδοποιεί για τις τραγικές συνέπειες του εθνικού φανατισμού και του κοινωνικού εφησυχασμού. Είθε, να μην τον χάσουμε ποτέ από το οπτικό μας πεδίο…