Friday, 16 April 2010

City Action: Στοχεύοντας σε ουκ ολίγες τουφεκιές...



Ως συχνά επηρμένοι νεοέλληνες, όλοι θα έχουμε πιάσει έστω και μια φορά τον εαυτό μας να κομπάζει για το γεγονός ότι η χώρα μας είναι ο τόπος που γέννησε την δημοκρατία. Και αυτός ο κομπασμός αποτελεί συνήθως μόλις την αρχή ενός μακροσκελούς μονολόγου που ξεκινά την περιήγησή του από την Αρχαία Ελλάδα, περνά από το Βυζάντιο και καταλήγει στους σύγχρονους αγώνες του έθνους μας για την δημοκρατία. Όλα αυτά προφανώς και ισχύουν, απλά τέτοιες εξιστορήσεις θα είχαν μεγαλύτερη βάση και δικαιοδοσία αν είχαν ακολουθηθεί ως παράδειγμα και για την δόμηση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Διότι, προφανώς κάπου στην πορεία, λησμονήσαμε ότι ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της δημοκρατίας, είναι ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα όλων ανεξαιρέτως των πολιτών, και δη των διαφόρων μειοψηφιών.

Ακριβώς μία τέτοια ομάδα αποτελούν και τα Άτομα με ειδικές Ανάγκες (ΑμεΑ) ή -όπως θεωρώ ορθότερο να αποκαλούνται- Άτομα με Ειδικές Ικανότητες. Αναμφίβολα, ο τρόπος αντιμετώπισης που επιφυλλάσει η τοπική –και όχι μόνον- κοινωνία σε αυτούς τους συμπολίτες μας, όχι απλά δεν έχει την παραμικρή σχέση με την έννοια της λέξης σεβασμός, αλλά αποτελεί όνειδο για μία κοινωνία η οποία έχει την αυτάρεσκη συνήθεια να αποκαλείται σύγχρονη.

Τα άτομα με αναπηρία (κινητική ή νοητική) αποτελούν στην κοινωνία μας οτιδήποτε άλλο παρά ισότιμους συμπολίτες. Τα εμπόδια, τα προβλήματα και οι κάθε είδους δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, μυριάδες. Η καθημερινότητά τους αποτελεί μία κόλαση, την οποία κανείς δεν μπορεί να αντιληφθεί εφόσον δεν την βιώσει. Τα πιο απλά πράγματα, όπως το να βγεις από το σπίτι σου και να κάνεις μια μικρή βόλτα, είναι για τα ΑμεΑ αληθινός γολγοθάς. Σε αυτήν την κατάσταση αναμφίβολα συντελούν στον μέγιστο βαθμό τα επιοικώς ακατάλληλα πεζοδρόμια, τα διάφορα δίκυκλα και τετράκυκλα που δεν αρκούνται στην κατάληψη της ασφάλτου και φυσικά τα, μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού, προσβάσιμα για ΑμεΑ κτίρια.
Παράλληλα, υπάρχουν και τα θέματα που ξεπερνούν την καθημερινότητα, όπως η εργασιακή αποκατάσταση. Όταν λόγου χάρην τα παιδιά με νοητική υστέρηση αποφοιτούν από τα διάφορα σχολεία ειδικής αγωγής -όπου και απολαμβάνουν τις πρώτες τους ευκαιρίες να κοινωνικοποιηθούν και να νοιώσουν μέλη ενός συνόλου-, η πορεία τους είναι μοιραία προδιαγεγραμμένη. Με τα ποσοστά εργασιακής τους απορρόφησης να είναι μηδενικά, δεν υπάρχουν και πολλές εναλλακτικές. Πίσω στο σπίτι και στο σημείο μηδέν.


Όλα αυτά έχουν σαν θλιβερό αλλά και αναπόφευκτο αποτέλεσμα τον κοινωνικό αποκλεισμό των ΑμεΑ, σημείο από το οποίο εκκινεί μία ατέρμονη σπείρα προβλημάτων κάθε είδους –ψυχολογικών, κοινωνικών, κλπ. Και έναντι όλων αυτών, τι έχουμε να αντιπαρατάξουμε, εμείς, οι ευαίσθητοι και περήφανοι για τα δημοκρατικά μας ιδεώδη συμπολίτες τους; Αδιαφορία, αναισθησία, απάθεια.

Αυτήν ακριβώς την θλιβερή κατάσταση είχε ως στόχο να αναδείξει η πρόσφατη παρέμβαση/εκδήλωση της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης (ΜΚΟ) City Action. Να προκαλέσει, να αφυπνίσει, να ευαισθητοποιήσει και να κινητοποιήσει μία όσον το δυνατόν μεγαλύτερη μερίδα συμπολιτών μας, προς την κατεύθυνση της άμεσης μεταβολής των απαράδεκτων αυτών συνθηκών που επιφυλλάσει η κοινωνία μας για τα Άτομα με Ειδικές Ικανότητες.
Και –ιδού!!- αντιβαίνοντας στην επικρατούσα λογική του «στην Ελλάδα τίποτε δεν κινείται, τίποτα δεν αλλάζει», η πρώτη δικαίωση ήρθε πιο γρήγορα κι από το αναμενόμενο. Εισαγγελική παρέμβαση για τις ράμπες των ΑμεΑ στα πεζοδρόμια. Διότι δεν είναι –όπως επιτάσσει το κοινό αίσθημα- όλοι οι δημόσιοι λειτουργοί απρόσωποι διεκπεραιωτές που σπαταλούν το δημόσιο χρήμα χωρίς δεύτερη σκέψη. Διότι υπάρχουν ακόμα ενσυνείδητοι υπηρέτες του δημοσίου συμφέροντος που αξίζουν αληθινά να αποτελούν την εμπροσθοφυλακή των αξιών μίας δημοκρατικής κοινωνίας.



Προφανώς και πρόκειται για μία μικρή και μόνον εκκίνηση. Άλλωστε, η City Action ευρισκόμενη στον τρίτο μόλις μήνα ζωής της, σκοπεύει να παρεμβαίνει σε τακτά χρονικά διαστήματα προωθώντας ιδέες, νοοτροπίες και αντιλήψεις που θα έχουν ως στόχο να οδηγήσουν στην αναβάθμιση της ποιότητας της καθημερινής μας ζωής. Σε πεδία που αποτελούν κρίσιμους δείκτες της τελευταίας –την οικολογία και το περιβάλλον, τον πολιτισμό, τις νέες τεχνολογίες, την επιχειρηματικότητα, τα ανθρώπινα δικαιώματα και πλήθος άλλων. Όντας η ίδια η ΜΚΟ τέκνο της ατομικής πρωτοβουλίας μίας ευμεγέθους ομάδας νέων πολιτών, προερχόμενων από αυτήν την τόσο λοιδωρούμενη νέα γενιά, θα προσπαθήσει τουλάχιστον –όπως τόνιζε πρόσφατα μία μεγάλη πένα της δημοσιογραφίας- να μην ηττηθεί χωρίς καν να έχει ρίξει μία τουφεκιά. Και στόχος, είναι οι πολλές...


Wednesday, 31 March 2010

Η εκχώρηση ιθαγένειας ως πανάκεια για το μεταναστευτικό ζήτημα...



Το μεταναστευτικό ζήτημα αποτελούσε ανέκαθεν ένα από τα μεγαλύτερα θέματα προς συζήτηση, στις διεθνείς κοινωνίες. Ιδιαίτερα στην σύγχρονη εποχή που οι τελευταίες απέκτησαν παγκοσμιοποιημένα χαρακτηριστικά, έχει αποκτήσει αυξημένη σημασία και βαρύτητα. Στην χώρα μας, η οποία διαθέτει μία ευμεγέθη κοινότητα μεταναστών, εγέρθηκε πρόσφατα από την κυβέρνηση με αφορμή την ψήφιση νομοσχεδίου σχετικού με την εκχώρηση ιθαγένειας. Έκτοτε ξεκίνησε ένας ιδιαίτερα ζωντανός διάλογος στον οποίο έχουν ακουστεί κυριολεκτικά τα μύρια όσα –σχετικά και μη με την φύση του θέματος.

Αποτελεί αναντίρρητο γεγονός ότι η Ελλάδα διαθέτει μία από τις πιο αναχρονιστικές και αρνητικές πολιτικές ένταξης των μεταναστών στον κοινωνικό βίο, μέσα στην ευρωπαική κοινότητα. Τα στοιχεία ομιλούν από μόνα τους. Σύμφωνα με τον δημιουργημένο από την Ευρωπαική Επιτροπή Δείκτη Πολιτικών Ένταξης Μεταναστών (MIPEX - Migrant Integration Policy Index), η χώρα μας έχει την τιμή να καταλαμβάνει τις τελευταίες θέσεις μαζί με Τσεχία, Λεττονία και Πολωνία. Πιο συγκεκριμένα, στο θέμα χορήγησης ιθαγένειας σε μέλη της δεύτερης γενιάς μεταναστών, το 60% των κρατών παραχωρεί ιθαγένεια είτε αυτόματα είτε μέσα σε πέντε έτη το πολύ, ενώ και στα υπόλοιπα κράτη υπάρχουν αντίστοιχες ειδικές ρυθμίσεις.

Όσον αφορά την χορήγηση ιθαγένειας στην πρώτη γενιά, στο 40% των κρατών αυτή δίδεται σε 5-6 χρόνια, ενώ στο 50% σε 8-10. Επίσης, σε ένα άλλο σημαντικό ζήτημα, στα μισά περίπου από τα κράτη-μέλη της ΕΕ, οι μετανάστες έχουν κατοχυρώσει το δικαίωμα του εκλέγειν και σε αρκετά και το δικαίωμα του εκλέγεσθαι. Στην περίφανη για την πολιτισμική της ανωτερότητα Ελλάδα, οι μετανάστες προορίζονται φυσικά για άλλους, ανώτερους ρόλους. Διεκπεραιώνουν τις δουλειές που οι «ανώτεροι» Έλληνες εσχάτως απεχθάνονται, ενισχύουν τα ταλαίπωρα ασφαλιστικά μας ταμεία, μετριάζουν το -ευρισκόμενο σε μαύρα χάλια- δημογραφικό μας ζήτημα. Για όλα αυτά είναι «χρυσοί». Μόνον όταν έρχεται η κουβέντα σε στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα, σιγοσφυρίζουμε και γυρίζουμε το κεφάλι προς άλλη κατεύθυνση.

Τα παραπάνω καθιστούν κάτι παραπάνω από σαφή την αναγκαιότητα να γίνουν πολλά και σημαντικά βήματα σε ό,τι αφορά την ευρύτερη μεταναστευτική πολιτική της χώρας μας, πάντα έχοντας φυσικά κατά νου τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής περίπτωσης (βλέπε ιστορικά προηγούμενα, γειτονίες, κλπ.). Κι ενώ η κυβέρνηση φάνηκε διατεθειμένη να ανοίξει τα πολύ σημαντικά αυτά ζητήματα, παρουσίασε ένα νομοσχέδιο το οποίο αχολείται αποκλειστικά με την χορήγηση ιθαγένειας, φθάνοντας μάλιστα σχεδόν στο άλλο άκρο, όσον αφορά την ελαστικότητα των προυποθέσεων για την χορήγησή της.

Πρέπει να καταστεί σαφές το γεγονός ότι το να καταθέτεις μία πρόταση για το μεταναστευτικό ζήτημα και αποκλειστικό περιεχόμενο αυτής να είναι η παραχώρηση ιθαγένειας, αποτελεί στην καλύτερη περίπτωση ενασχόληση με το δέντρο ενώ χάνεται το δάσος, και στην χειρότερη προσπάθεια να ξεπεραστεί αυτό το φλέγον ζήτημα με επικοινωνιακά τερτίπια. Η ιθαγένεια δεν δύναται σε καμία περίπτωση να αποτελέσει πανάκεια για το μεταναστευτικό. Αντιθέτως, το πρώτο θέμα με το οποίο θα όφειλε να καταπιαστεί η κυβέρνηση, είναι η χάραξη μίας σύγχρονης μεταναστευτικής πολιτικής, βασιζόμενη στα παραδείγματα άλλων ευρωπαικών χωρών (Σουηδία, Μ.Βρετανία, κ.α.) και φυσικά προσαρμοσμένη στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της δικής μας περίπτωσης. Μία πολιτική η οποία θα έβαζε τέρμα στην εικόνα ξέφραγου αμπελιού που έχει κατοχυρώσει διεθνώς η χώρα μας στο συγκεκριμένο ζήτημα.

Εν συνεχεία, η προσύλωση θα έπρεπε να στραφεί στα θέματα εκείνα τα οποία κατέχουν πρωτεύοντα ρόλο στην προσπάθεια για ομαλή ένταξη των μεταναστών σε μία σύγχρονη κοινωνία. Τέτοια είναι κατά βάσην ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, η κατοχύρωση περιβάλλοντος ίσων ευκαιριών και γενικότερα, η διαμόρφωση μίας κοινής συνεκτικής ταυτότητας η οποία θα εξασφαλίσει την υγειή και πλήρη ενσωμάτωση των μεταναστών στον κοινωνικό ιστό της χώρας μας. Εφόσον είχε δημιουργηθεί και καλλιεργηθεί επαρκώς όλο αυτό το υπόστρωμα, τότε και μόνον τότε, θα ερχόταν η σειρά της μεταβολής της πολιτικής εκχώρησης ιθαγένειας, για να παίξει τον ρόλο του κερασιού πάνω σε μία εύγευστη τούρτα.

Κατά συνέπεια, ενώ από την μία μεριά, για παράδειγμα, αποτελεί αναμφίβολα κοινωνικό έγκλημα η μη αναγνώρηση της ελληνικής ιθαγένειας σε περιπτώσεις παιδιών που έχουν γεννηθεί, ανατραφεί και σπουδάσει στην χώρα μας, το ίδιο ασυγχώρητο έγκλημα αποτελεί και η αβάσταχτη αδιαφορία τόσων κυβερνήσεων στο θέμα της χάραξης μίας –στοιχειώδους έστω- μεταναστευτικής πολιτικής. Η εκχώρηση ιθαγένειας μπορεί να λειτουργήσει επιτυχώς, μόνον ως ένα εκ των συστατικών ενός υπεύθυνου και σύγχρονου μείγματος μεταναστευτικής πολιτικής, η άμεση υλοποίηση του οποίου θα μπορέσει να μετατρέψει σταδιακά την ελληνική κοινωνία σε μία πραγματικά σύγχρονη κοινωνία του 21ου αιώνα.

Thursday, 25 February 2010

Barack Obama: Όταν τα φωτοστέφανα αρχίζουν να θαμπώνουν...



Μόλις ένας χρόνος έχει περάσει από την στιγμή που και επίσημα, η μοναδική (?) υπερδύναμη του πλανήτη άλλαξε ηγεσία. Το τιμόνι των ΗΠΑ τον Γενάρη του 2009, ανέλαβε ένας πολιτικός του οποίου η εντυπωσιακή διαδρομή προς την πολιτική κορυφογραμμή είχε «κλέψει» τα φώτα της παγκόσμιας κοινής γνώμης για μεγάλο διάστημα. Σίγουρα, όχι αναίτια. Και μόνο η ίδια η πορεία του Barack Hussein Obama προς την εκλογή, όπως και ολόκληρη η ζωή του άλλωστε, απετέλεσε ένα μοναδικό στην ιστορία των ΗΠΑ φαινόμενο –πόσο μάλλον η επιτυχής κατάληξή της. Όλες αυτές οι συνθήκες κάτω υπό τις οποίες ανέλαβε ο Obama την εξουσία, δημιούργησαν υψηλότατες προσδοκίες για την διακυβέρνησή του -ανάλογες μόνο ίσως με την περίπτωση του προέδρου Kennedy-, εναποθέτοντας στους ώμους του ένα ομολογουμένως βαρύτατο φορτίο.

Αν το εξετάσει κανείς ιστορικά, αυτές οι υψηλότατες προσδοκίες, ποτέ δεν υπήρξαν και ο καλύτερος οιωνός για μία διακυβέρνηση. Κατά αυτόν τον τρόπο, η προεκλογική καμπάνια και η μέθη των πανηγυρισμών έμελλε κάποτε να τελιώσουν και ο νεόκοπος πρόεδρος-αστέρας με το επιτελείο του προσγειώθηκαν στην σκληρή πραγματικότητα. Είναι γεγονός, ότι τους πρώτους μήνες ο πρόεδρος και οι στενοί συνεργάτες του είχαν εκκινήσει ως ταύροι εν υαλοπωλείο. Η οικονομική κρίση άλλωστε δεν μπορούσε να περιμένει και απαιτούσε τολμηρά και ρεαλιστικά μέτρα για την αποσόβηση της κατάρρευσης. Εν πολλοίς, ο Obama κατόρθωσε να κρατήσει στιβαρά το τιμόνι και να οδηγήσει εκ του ασφαλούς την αμερικάνικη οικονομία που κρεμόταν από μία κλωστή, παραμερίζοντας ακραίες εσωκομματικές φωνές που τον καλούσαν να εθνικοποιήσει ότι βρισκόταν επί της γης. Ταυτόχρονα, στην εξωτερική πολιτική έκανε ορισμένες τολμηρές κινήσεις στα μέτωπα του μεσανατολικού και του Αφγανιστάν και κατόρθωσε να βάλλει ένα τέλος στην τρομακτική λεηλασία της διεθνούς εικόνας των ΗΠΑ που έλαβε χώρα επί οκταετίας Bush.

Κι ενώ τα πρώτα δείγματα άφηναν ελπίδες για μία συνεναιτική και πραγματιστική διακυβέρνηση –όπως είχε υποσχεθεί και ο ίδιος-, κάπου εκεί ήλθε το μεγάλο ζήτημα της μεταρρύθμισης του υγειονομικού συστήματος. Το συγκεκριμένο θέμα απετέλεσε σημαία της προεκλογικής του καμπάνιας και κατά αυτόν τον τρόπο, έγινε σύντομα αντιληπτό προς κάθε κατεύθυνση ότι το νομμοσχέδιο θα περάσει με κάθε κόστος. Δεν είχε υπολογιστεί όμως η αμερικάνικη κοινή γνώμη. Το αρχικό νομοσχέδιο σε σειρά δημοσκοπήσεων είχε πολύ μικρή αποδοχή και ακόμα και μέσα στο ίδιο το κόμμα των Δημοκρατικών υπήρξε διχασμός. Από τότε έγιναν μετατροπές, συζητήσεις επί συζητήσεων, γεγονός όμως παραμένει ότι αυτή η προσπάθεια για μεταρρύθμιση απετέλεσε το λεγόμενο turning point της διακυβέρνησης – το σημείο που όλα άρχισαν να αλλάζουν.

Έχοντας ήδη ανοίξει πολλά μέτωπα ταυτόχρονα, ο Obama άφησε στην άκρη τον ρόλο του ως ηγέτη μίας χώρας που περνούσε δύσκολες στιγμές και άρχισε να συμπεριφέρεται ως απλά ο αρχηγός ενός κόμματος και να πράττει μόνο προς την κατεύθυνση που του υποδείκνυαν οι ιδεολογικές αγκυλώσεις του κόμματος αυτού. Κατά αυτόν τον τρόπο έρχεται ολοένα και συχνότερα σε απόλυτη αντιδιαστολή με την ουσία του ρόλου του Προέδρου στο αμερικάνικο πολιτικό σύστημα, ο οποίος οφείλει να είναι υπεράνω κομμάτων και να χαρακτηρίζεται από προσπάθειες σύνθεσης απόψεων και επίτευξης συναινέσεων. Στην ουσία, αυτό που προσπαθεί να επιτύχει τους τελευταίους μήνες, είναι να μεγενθύνει τον ρόλο του κεντρικού κράτους μεταφέροντας έτσι το ισοζύγιο της αμερικάνικης πολιτικής σκηνής προς τα αριστερά, με τρόπο πολλές φορές ανορθόδοξο, ακόμα και σε θέματα που η πλειοψηφία της κοινής γνώμης αντιτίθεται κατάφωρα. Πρακτικές που αντιβαίνουν όχι μόνον στις βασικές αρχές πάνω στην οποίες χτίσθηκε το οικοδόμημα του αμερικάνικου πολιτικού συστήματος, αλλά και στο αισθητήριο της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών.

Όλα αυτά δεν μπορούσαν να έλθουν χωρίς κόστος. Τα εντυπωσιακά νούμερα αποδοχής του Obama άρχισαν να κατρακυλίζουν, για να φτάσουν στο κλείσιμο του έτους σε επίπεδα χαμηλότερα κι από αντίστοιχα μη δημοφιλών προέδρων, όπως ο Nixon και ο Carter. Σε αυτά ήρθε να προστεθεί και η παταγώδης αποτυχία στην Μασσαχουσέτη –προπύργιο του εκλιπόντος Teddy Kennedy-, όπου οι Ρεπουμπλικάνοι εξέλεξαν δικό τους γερουσιαστή ύστερα από δεκαετίες, για να διαμορφωθεί ένα ιδιαίτερα δυσοίωνο σκηνικό για τις προοπτικές της πορείας διακυβέρνησής του. Λίγοι είναι πλέον οι αναλυτές που θυμούνται ότι, μόλις πριν ένα χρόνο οι ΗΠΑ ετοιμάζονταν να υποδεχθούν τον νέο τους Μεσσία. Οι περισσότεροι μοιάζουν έτοιμοι να τον απαρνηθούν.

Παρ’όλα αυτά, για έναν τόσο χαρισματικό πολιτικό, δεν είναι δυνατόν να εκλείψει τόσο εύκολα η προοπτική για κάτι καλύτερο. Αυτό που απλούστατα οφείλει –πρωτίστως στους μυριάδες που τον λάτρεψαν και εναπόθεσαν τις ελπίδες τους πάνω του- να κάνει ο πρόεδρος Obama, είναι να θυμηθεί τον ίδιο του τον εαυτό, όταν τόσο εμφατικά διακήρυττε ότι «δεν βλέπω μία μπλε Αμερική και μία κόκκινη Αμερική, βλέπω μόνον τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής». Οφείλει να αφήσει στην άκρη τα μικροκομματικά οφέλη, να κλείσει τα αυτιά του σε ακραίες παραινέσεις, και να αρχίσει επιτέλους να ηγείται. Να προωθήσει επί τω πρακτέω την συναίνεση στα κρίσιμα θέματα της οικονομίας και της υγείας, να πάρει δύσκολες και επώδυνες αποφάσεις και να προσπαθήσει να προσδώσει σε όλες του τις κινήσεις ένα ξεκάθαρο όραμα που θα μπορέσει πάλι να εμπνεύσει την κοινωνία. Από το κατά πόσον θα το επιτύχει αυτό εξαρτώνται πολλά –όχι μόνον για τον ίδιο και το κόμμα του, αλλά και για την εν γένει μελλοντική θέση των ΗΠΑ στην ολοένα και πολυπλοκότερη παγκόσμια σκακιέρα.